Tuesday, December 18, 2012

μπουρδέλο < ιταλική bordello

μπουρδέλο, μπορδέλο, μπορντέλο ουδέτερο
  1. ο οίκος ανοχής
  2. (μεταφορικά) η ακαταστασία
    έγινε μπουρδέλο η κατάσταση

 

No comments:

Post a Comment